Σάββατο, 6 Φεβρουαρίου 2016

Γραβάτες και σώβρακα…


 Στάθης στον eniko
Γραβάτες και σώβρακα…
Το αξιοθαύμαστο σθένος του λαού της Ρώμης («με το σπαθί και το άροτρο») υπήρξε στα χέρια των αρχόντων του πρώτα το εργαλείο και ύστερα το εμπόρευμα, με τα οποία μετέτρεψαν τη δημοκρατική Ρώμη εν πρώτοις και την αυτοκρατορική στη συνέχεια σε ένα πολιτειακό σύστημα που αντιλαμβανόταν τον πόλεμο ως εργολαβία προς πλουτισμό και την ειρήνη ως προετοιμασία για πόλεμο. Από τότε
ελάχιστα έχουν αλλάξει οι άνθρωποι, η πολιτική και τα πολιτεύματα (άλλωστε οι αναφορές τους σήμερα στον ελληνορωμαϊκό κόσμο παραμένουν ιδιαίτατες). Για να δουλέψει αυτή η κρεατομηχανή (η οντότης Ρώμη) χρειαζόταν κανόνες. Προς τούτο οι Ρωμαίοι αξιοποίησαν στο έπακρο το αθηναϊκό και σπαρτιατικό δίκαιο, δημιουργώντας το «περίφημο» ρωμαϊκό δίκαιο, στο οποίον εν πολλοίς αναφέρεται και το σύγχρονο. Το δίκαιο εκείνο
τακτοποιούσε τις ταξικές σχέσεις της εποχής, εξασφαλίζοντας την υπεροχή των Δυνατών έναντι των υπόλοιπων ελεύθερων και των δούλων, αλλά ο κύριος όγκος του αφορούσε στις σχέσεις των Δυνατών μεταξύ τους και στον ασταμάτητο αγώνα αλληλοεξόντωσης της τάξης τους, προς προσπορισμό πλούτου και ισχύος. Ο λαός υπήρξε για αιώνες σφάγιο σε ατέλειωτους εμφυλίους (των πλούσιων οικογενειών), ώσπου σφάγιο στη θέση του να μπει ο επαγγελματικός στρατός. Αλλά, αν η Pax Romana που ακολούθησε υπήρξε για τους κατακτημένους, τον πολύ λαό της Ρώμης και τους σκλάβους μια σχετικώς ειρηνική και ιδιαιτέρως μακρά περίοδος, για τους Δυνατούς ήταν μια αδιάκοπη και ανελέητη σφαγή στο εσωτερικό της τάξης τους . Το
παλιό, λαϊκό εκείνο «με το σπαθί και το άροτρο» είχε αντικατασταθεί «με το σπαθί και τον νόμο» (που στην ουσία ήταν ο νόμος του σπαθιού) των Δυνατών (είτε πατρικίων είτε πάμπλουτων πληβείων). Ο νόμος,
για όποιον έπεφτε στην αρπάγη του, ήταν σκληρός, αλλά νόμος. Dura lex sed lex, σκληρός νόμος αλλά νόμος, έλεγαν αυτοί που είχαν τον νόμο και το σπαθί του νόμου στα χέρια τους. Το ίδιο λέγεται συχνά και σήμερα: σκληρός νόμος αλλά νόμος. Σκληρό το Μνημόνιο αλλά πρέπει να εφαρμοσθεί. Αυτό έλεγαν και λένε οι Δυνατοί εξ Ευρώπης, το ίδιο οι παρ’ ημίν μπιστικοί τους τε και κολήγοι, το ίδιο έλεγε και η Δεξιά,
το ίδιο λέει τώρα και η Αριστερά που κυβερνά όπως κυβέρνησε η Δεξιά. Είναι σαν να έλεγαν οι Γράκχοι, λόγου χάριν (ως άλλος ΣΥΡΙΖΑ εκείνης της εποχής), dura lex sed lex και να κάθονταν στα αυγά τους, ώσπου να τα κλουβιάνουν, αντί να αγωνισθούν να αλλάξουν τους σκληρούς νόμους. Είναι όπως έκανε σήμερα ο κ. Τσίπρας, όταν διαπίστωσε ότι «δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε αλλιώς», όταν «παραδέχθηκε την ήττα», την πήρε και την έκαμε σημαία της επόμενης νίκης του, λέγοντας
κι αυτός dura lex sed lex. Αποδείχθηκαν στη συνέχεια οι «προσπάθειές μας συφοριασμένες», κάτι για «ισοδύναμα» από ’δω, κάτι για «παράλληλα μέτρα» από ’κει, κάτι για το μνημόνιο που εφαρμόζουμε, αλλά αρνούμεθα «την ιδιοκτησία του» - και εξουθενωθήκαμε! τζίφος! Κι άρχισαν βροχή οι εφαρμοστικοί νόμοι, σκληροί νόμοι αλλά νόμοι. Αλήθεια;
Είναι, κατ’ αρχάς, νόμιμο το Μνημόνιο; Με τις ψήφους ποιων και πόσων βουλευτών; Το πρώτο Μνημόνιο αλλά και το δεύτερο υπήρξαν σαθρά, αίολα (και έωλα, δηλαδή βρόμικα) οπωσδήποτε. Ουδέποτε υπερψηφίσθηκαν απ’ τον απαιτούμενο, κατά το Σύνταγμα, αριθμό βουλευτών. Δηλαδή απ’ τα δύο τρίτα του Σώματος, καθότι το Μνημόνιο Ενα άλλαζε το διεθνές στάτους της χώρας και αυτό δεν μπορούσε να έχει επισυμβεί με την πλειοψηφία του 150 συν ένας μόνον.
Εκείνος που νομιμοποίησε εκ των υστέρων τα δύο Μνημόνια είναι ο ΣΥΡΙΖΑ, όταν εξασφάλισε για το τρίτο Μνημόνιο τις ψήφους όλων των μνημονιακών δυνάμεων, υπερβαίνοντας σε άθροισμα ψήφων το απαιτούμενο των δύο τρίτων. Ετσι, και το μνημόνιο έγινε νόμιμο και ο ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση ιδιοκτήτης της συμφωνίας, άμα τε και εντολοδόχος των δυνάμεων εκείνων που υποκατέστησαν
το Σύνταγμα της χώρας με ένα διακρατικό σύμφωνο.
Ετσι, στον παρόντα χρόνο (κι όχι επί Ρώμης) η χώρα κυβερνάται με ανθύπατο το κουαρτέτο, και τοπικούς συνεργάτες τους διαχειριστές του ελληνικού κράτους - προτεκτοράτου πλέον.
Είναι μια ανώμαλη κατάσταση. Αναγνωρίσιμη από την αναγνωρισμένη διεθνώς οικονομική κατοχή της χώρας από τρίτους. Και με δραματικά εμφανές το πολιτικό παράλογο που προκύπτει απ’ την πολιτειακή αποσάθρωση. Ο κ. Τσίπρας προσπαθεί να φερθεί ως πρωθυπουργός, ενώ πρωθυπουργός είναι οι «θεσμοί», που εκπροσωπούν ξένους Δυνατούς (και εν προκειμένω κατακτητές) . Η Βουλή προσπαθεί να κάνει τη Βουλή, ενώ μπορεί μόνον να «νομιμοποιεί» εφαρμοστικούς νόμους. Η Βουλή βουλεύεται με βάση αλλότριες βουλήσεις. Και βεβαίως με υπαγορεύσεις.
Πάνω απ’ το κεφάλι της δημοκρατίας ίπταται μια δικτατορία. Που έχει λόγο για όλα. Απ’ τους μισθούς έως το προσφυγικό πρόβλημα, απ’ την άμυνα της χώρας έως τη δικονομία, απ’ το εκπαιδευτικό σύστημα έως τη φορολόγηση και το ασφαλιστικό.
Αυτή η ανωμαλία παράγει πολιτικό λόγο παράλογο. Το παραλήρημα του ΣΥΡΙΖΑ (όπως το να καλεί σε απεργία εναντίον της πολιτικής του) είναι ενδεικτικό. Κι ακόμα ενδεικτικότερο το χάσμα μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων. Για παράδειγμα ο κ. Κατρούγκαλος διαβεβαιώνει ότι το ασφαλιστικό που προτείνει είναι καλύτερο απ’ το προηγούμενο, βγάζοντας ηλίθιους ή τρελούς εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους που έχουν βγει στους δρόμους και εκατομμύρια πολίτες που βράζουν άναυδοι σε όλην την επικράτεια.
Τα αλλεπάλληλα ψέματα (για τα «κόκκινα» δάνεια, το φορολογικό, τις δημοσιονομικές ανάγκες, τα αναπτυξιακά προγράμματα, την εκποίηση υποδομών, την υποθήκευση πόρων και τόσα άλλα) λέγονται, διότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει πολιτικό και πολιτειακό αυτεξούσιο.
Ο κ. Τσίπρας μπορεί να λέει ό,τι του κατεβαίνει, διότι αυτό που λέει δεν έχει καμιάν αξία. Μπορεί, φέρ’ ειπείν, να ματώσει την κοινωνία, το κράτος, το κόμμα του, τον εαυτόν, για να περάσει έναν δρακόντειο νόμο, μόνον και μόνον για να του πει μετά η Κομαντατούρ Μπερλίν ότι ο νόμος αυτός δεν είναι αρκετά δρακόντειος.
Οταν το κουαρτέτο λέει όχι σε κάτι, δεν το κάνει ναι μετά, όπως έκανε με το όχι ο κ. Τσίπρας. Ο πολιτικός εξευτελισμός (αλλά και η οικονομική λεηλασία της χώρας) είναι διαρκής. Δεν θα πειραχθούν οι συντάξεις, έλεγε η κυβέρνηση, μετά ότι δεν θα πειραχθούν οι κύριες συντάξεις, μετά ότι δεν θα πειραχθούν οι χαμηλές συντάξεις - συνεχείς υποχωρήσεις, ώσπου ο εξευτελισμός της κυβέρνησης (και, ει δυνατόν, η απαξίωση του λαού) να «γίνει τέλειος». Ο,τι και να λέει
η κυβέρνηση, της το ξελέει το κουαρτέτο ή την αναγκάζει να το «ξεπεί» η ίδια! Αλήθεια,
είναι ευήθης ο κ. Αλεξιάδης (Τσίπρας), ώστε να μη γνωρίζει ότι όποιος βγάζει 20.000-30.000 ευρώ τον χρόνο δεν είναι πλούσιος; Είναι τόσο γελοίος ώστε να πιστεύει ότι μπορεί να αφαιρεθεί το 60% και το 80% των εσόδων ενός μικρομεσαίου νοικοκυριού με φόρους και εισφορές;
Οχι! Ούτε ευήθης ούτε γελοίος είναι ο κ. Αλεξιάδης, ή ο όποιος Τσακαλώτος, ή Σταθάκης κ.λπ. Τους αναγκάζει, όμως, να φέρονται ωσάν ευήθεις και γελοίοι το καθεστώς κατοχής. Τίποτα πιο διαβρωτικό απ’ αυτό δεν υπάρχει για μια κοινωνία.
Το «σύμπαν» γύρω μας αποσαθρώνεται διότι η χώρα ζει υπό διττό καθεστώς , διατελεί «υπό δύο σημαίας» και διοικείται από μια κυβέρνηση που ομολογεί στον εαυτόν της, αλλά όχι δημοσίως, ότι δεν είναι κυβέρνηση - ότι είναι για τα «θελήματα» των δυνατών.
Κάθε φορά που αυτή η κυβέρνηση προσπαθεί να φερθεί ως κυβέρνηση εξευτελίζεται, οι γκαουλάιτερ την αδειάζουν και ο λαός αρχίζει να χάνει ξανά τον αυτοσεβασμό του. Και σε μεγάλο βαθμό οι Ελληνες τη reconquista (ανάκτηση) όχι ενός imperium αλλά της αξιοπρέπειάς τους επιχείρησαν. Μάλιστα με επιτυχία. Από την πρώτη εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ ο λαός στη μεγάλη πλειοψηφία του πανηγύριζε και έως το δημοψήφισμα ήλπιζε. Τώρα
αυτή η μεγάλη πλειοψηφία καλείται να γίνει πάλι σιωπηλή. Ο γεωργός που πανηγύριζε τη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ είναι τώρα ο λωλός που δεν καταλαβαίνει την πολιτική του και βγαίνει αναιτίως στους δρόμους!.. Ολα αυτά συνιστούν μια κατάσταση αδιέξοδη, παράλογη, ανήθικη, γκροτέσκ, που δεν μπορεί να κρατήσει πολύ. Το σχήμα «παίρνει του Κατρούγκαλου τη γραβάτα το κουαρτέτο και ο Κατρούγκαλος παίρνει τα σώβρακα του κοσμάκη» δεν πρόκειται να κρατήσει πολύ.
Το ύστατο επιχείρημα του γονατισμένου ΣΥΡΙΖΑ θα είναι το σείστρο περί την επιστροφή της Δεξιάς. Λες και η Δεξιά δεν έχει ήδη επιστρέψει με τη δεξιά πολιτική που εφαρμόζει ο ΣΥΡΙΖΑ. Αλλωστε, αυτήν
την κοκορομαχία του δικομματικού μονοκομματισμού την έπαιξε κατά κόρον το ΠΑΣΟΚ επί δεκαετίες. Οσον κι αν προσπαθήσει να παίξει το ίδιο παίγνιο ο ΣΥΡΙΖΑ, δεν θα μπορέσει να το κατορθώσει επί τόσο μακρό διάστημα όσον κατόρθωσε το ΠΑΣΟΚ. Το ΠΑΣΟΚ, άλλωστε, όπως και η Ν.Δ. διαχειρίστηκαν μια ψευδή ευμάρεια, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ τώρα διαχειρίζεται τη φούσκα που έσκασε. Διαχειρίζεται έναν «σκληρό νόμο, αλλά νόμο». Προβαίνοντας όμως και σε ένα θανάσιμο άγος.
Διότι ο κ. Τσίπρας και οι περί αυτόν εσφιγμένοι του ΣΥΡΙΖΑ γνωρίζουν ότι στην πραγματικότητα δεν διαχειρίζονται μόνον έναν σκληρό νόμο αλλά νόμο, αλλά ότι διαχειρίζονται έναν σκληρό νόμο πλην όμως παράνομον...
Παράνομον διότι η νομιμοποίηση των μνημονίων απ’ τον ΣΥΡΙΖΑ δεν νομιμοποίησε ούτε νομιμοποιεί την ταυτόχρονη κατάλυση του Συντάγματος.
Εκείνο που όντως νομιμοποίησε ο κ. Τσίπρας (κι εδώ έγκειται το άγος) είναι η σκληρότητά του ούτως ειπείν νόμου. Αντιμετωπίζει το ανήθικον ως νόμιμον. Επικαλούμενος την ανάγκη. Και κατά
τούτο ο κ. Τσίπρας αντιστρέφει έναν ακόμη νόμο, τον αρχαιότερο. Οτι δηλαδή «υπέρτατος νόμος είναι η σωτηρία της πατρίδας». Στο όνομα αυτού του νόμου ανήλθε ο κ. Τσίπρας στην εξουσία (την οποίαν σαν κακομαθημένο παιδί αρνείται ότι κατέχει! Και όντως δεν την κατέχει, διότι δεν θέλησε να την αναλάβει). Και ιδού
ο τραγέλαφος: α) Στην κυβέρνηση χωρίς την εξουσία (ή μάλλον καλύτερα: σε μια κυβέρνηση χωρίς εξουσία) ο κ. πρωθυπουργός, υπήκοος στην εξουσία άλλων. β) Με την εντολή του λαού, να αναλάβει την εξουσία, ατιμασμένη. γ) Με την ανάγκη (για τη σωτηρία της πατρίδας) αντεστραμμένη. δ) Με τους (σκληρούς εφαρμοστικούς) νόμους να αποτυπώνουν τη δικτατορία της οικονομικής φρίκης που υφίσταται ο λαός. ε) Με τα εξ Εσπερίας νέφη να σωρεύονται πάνω μας τόσον απειλητικά όσον το 146 π.Χ. ή το 1204 μ.Χ.
Κι όλα αυτά στο όνομα της Αριστεράς, πράγμα που οδηγεί στον εξοστρακισμό των ελπίδων για κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές προς το καλύτερο - εξοστρακισμό μακρόν ή βραχύ, θα δούμε...
Δεν ξέρω, αλλά εκτός απ’ τον Ανδρόνικο Κομνηνό που έταξε στον λαό τα πάντα και τον ξεγέλασε σε όλα (με αποτέλεσμα το τραγικό τέλος του), δεν μου έρχεται στον νου άλλος Αλκιβιάδης χειρότερος...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου