Τρίτη, 12 Ιουλίου 2016

Κώστας Λαπαβίτσας: Γιατί έφυγε η Βρετανία

 
Η νίκη της Εξόδου στο βρετανικό δημοψήφισμα αποτελεί μια στιγμή πολιτικής σύγχυσης για τη χώρα – μια ανάπαυλα στον ανταγωνισμό μεταξύ των κοινωνικών τάξεων. Καμία τάξη δεν φαίνεται ικανή για την ώρα να κατευθύνει τα γεγονότα. Η άρχουσα τάξη δεν έχει σαφή σχέδια για το μέλλον και φαίνεται προσωρινά παραζαλισμένη.

Η εργατική τάξη και οι φτωχοί έχουν εκφράσει μεγάλη οργή για την κατάσταση τόσο της κοινωνίας όσο και του έθνους, αλλά είναι επίσης βαθύτατα διχασμένοι, με αντιφατικές ιδέες να επικρατούν ανάμεσά τους. Η άμορφη μεσαία τάξη είναι βαθύτατα απογοητευμένη από την τροπή των γεγονότων και θα ήθελε ένα στιβαρό χέρι στο τιμόνι, αλλά δεν έχει καμία ιδέα για το πώς να επιτύχει αυτό το αποτέλεσμα.


Τέτοιες στιγμές απαιτούν μια αποφασιστική πολιτική δύναμη που θα αλλάξει την κοινωνική ισορροπία. Ιστορικά, στιγμές σαν αυτές έχουν κυριαρχηθεί από ισχυρές προσωπικότητες, οι οποίες έβαλαν την σφραγίδα τους στην κοινωνική ανάπτυξη. Αλλά δεν υπάρχει κανένας Τσόρτσιλ, ούτε καν ένας Πιτ ή ένας Γουέλινγκτον, στη Βρετανία σήμερα.

Αντιθέτως, η ευθύνη για την έξοδο της χώρας από το αδιέξοδο βρίσκεται στα χέρια του πολιτικού προσωπικού των καθιερωμένων κομμάτων. Η αίσθηση της σύγχυσης όμως δεν θα διαρκέσει για πολύ. Ήδη το Κόμμα των Συντηρητικών, ως η αδίστακτη εκλογική μηχανή που είναι, έχει αρχίσει να προσαρμόζεται στις νέες συνθήκες. Εάν έχει επιτυχία, το αποτέλεσμα για την εργατική τάξη θα είναι εξαιρετικά αρνητικό. Αυτός είναι ο κίνδυνος του δημοψηφίσματος.

Η ευθύνη για την αποτροπή ενός τέτοιου αποτελέσματος και για να προχωρήσει η χώρα μπροστά ανήκει στο Εργατικό Κόμμα, το οποίο αντιμετωπίζει επίσης βαθιά αναταραχή. Το Εργατικό Κόμμα θα μπορούσε να δώσει μορφή στις επιθυμίες της εργατικής τάξης και των φτωχών, είτε ψήφισαν υπέρ της εξόδου είτε υπέρ της παραμονής.

Σε αυτό εναπόκειται να παρουσιάσει ένα νέο όραμα της κοινωνίας και του έθνους, οδηγώντας τη Βρετανία σε ένα δρόμο που θα ευνοεί τα συμφέροντα της μεγάλης πλειοψηφίας. Αυτή είναι η υπόσχεση του δημοψηφίσματος, αλλά για να συμβεί κάτι τέτοιο το Εργατικό Κόμμα θα πρέπει πρώτα να τακτοποιήσει τα του οίκου του.

Το δημοψήφισμα έχει δημιουργήσει αυτή την αιχμηρή επιλογή για τη Βρετανία επειδή αντιπροσωπεύει μια μετατόπιση των τεκτονικών πλακών στη βρετανική κοινωνία. Μια προσεκτική ματιά στα αποτελέσματα σε συνδυασμό με μια εκτεταμένη δημοσκόπηση με δείγμα πάνω από δώδεκα χιλιάδες ανθρώπους που διεξήχθη από την Lord Ashcroft polls – που εξετάζεται στο πλαίσιο των πολιτικών γεγονότων που προηγήθηκαν – αποκαλύπτουν δύο ρήγματα, το ένα πολύ πιο βαθύ από το άλλο.

Το μικρότερο ρήγμα

Το μικρότερο ρήγμα εμφανίζεται στη βρετανική άρχουσα τάξη: η πλειοψηφία των τραπεζιτών, βιομηχάνων, εμπόρων, επενδυτών και άλλοι τάχθηκαν υπέρ της παραμονής στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ μόνο μια πολύ μικρή μειονότητα τάχθηκε υπέρ της εξόδου. Η απόδειξη του σχετικού μεγέθους των δύο πλευρών είναι αδιαμφισβήτητη.

Περισσότερο από το 80% των μελών της Συνομοσπονδίας των Βρετανικών Βιομηχανιών (CBI) έχουν ταχθεί υπέρ της παραμονής, ενώ μόνο το 5% έχουν πάρει θέση υπέρ της εξόδου. Ενώ σωρός Βρετανών επιχειρηματιών υπέγραψαν ονομαστικά επιστολές προς τον Τύπο υποστηρίζοντας την παραμονή, μια δυναμική και καλά συνδεδεμένη μειονότητα έχει ταχθεί υπέρ της εξόδου.

Η κατάσταση αυτή δεν αποτελεί έκπληξη. Τα οικονομικά συμφέροντα του μεγαλύτερου μέρους της βρετανικής άρχουσας τάξης συνδέονται στενά με την Ευρωπαϊκή Ένωση, ιδιαίτερα όσον αφορά την ελεύθερη μετακίνηση αγαθών εντός της κοινής αγοράς.

Το 2015 το 44,4% των βρετανικών εξαγωγών κινήθηκε προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ το 53,6% των εισαγωγών προήλθε από αυτήν. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι κάθε σημαντική διαταραχή αυτών των ροών μέσω δασμών ή άλλων εμποδίων θα έχουν αρνητικές επιπτώσεις στις μεγάλες βρετανικές επιχειρήσεις.

Επιπλέον, οι οικονομικές δραστηριότητες του City υπαγορεύουν επίσης την παραμονή στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το City λειτουργεί ως ένα τεράστιο οφσόρ κέντρο για την Ευρωπαϊκή Ένωση παρά το γεγονός ότι η υποτιθέμενη ολοκλήρωση του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος θα έχει κατά πάσα πιθανότητα αρνητικό αντίκτυπο στις δραστηριότητές του. Ο Ενιαίος Εποπτικός Μηχανισμός και οι υπόλοιποι ρυθμιστικοί θεσμοί που δημιουργήθηκαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση για την επίβλεψη της Τραπεζικής Ένωσης είναι πιθανό να επηρεάσουν την ελευθερία του City να συμμετέχει σε κερδοσκοπικές και άλλες διαδικασίες.

Παρά αυτήν την αλληλεξάρτηση, η Βρετανία έχει ενσωματωθεί στα δίκτυα της ΕΕ σε πολύ μικρότερο βαθμό από τις χώρες του πυρήνα της Ένωσης. Οι εμπορικοί δεσμοί μεταξύ της Βρετανίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι στην πραγματικότητα μεταξύ των πιο αδύναμων εντός της Ένωσης των 28, παρόμοια σε τάξη μεγέθους με τις εμπορικές ροές ανάμεσα στην Ελλάδα και την ΕΕ ή την Ιταλία και την ΕΕ. Αντίθετα, τόσο για τη Γαλλία όσο και για τη Γερμανία το εμπόριο με την ΕΕ αγγίζει σχεδόν το 60% των εξαγωγών και το 70% των εισαγωγών.

Η μειονότητα της άρχουσας τάξης που υποστηρίζει την έξοδο είναι μια ετερόκλητη ομάδα χωρίς ισχυρό τομεακό χαρακτήρα, η οποία ελπίζει εν μέρει να διεξάγει πιο έντονα εμπορικές δραστηριότητες εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
 

Πέρα από αυτό, όμως, οι υποστηρικτές της εξόδου ελπίζουν να προωθήσουν αφενός μια πιο ακραία νεοφιλελεύθερη ατζέντα απαλλάσσοντας τη Βρετανία από τους κανονισμούς της ΕΕ και αφετέρου επιδιώκοντας την περαιτέρω μείωση των εργατικών δικαιωμάτων και της κοινωνικής προστασίας.

Αυτές οι ευγενείς φιλοδοξίες σίγουρα δεν αφήνουν το υπόλοιπο της βρετανικής άρχουσας τάξης ασυγκίνητο και το σχετικά μικρό μέγεθος της ομάδας υπέρ της εξόδου δεν θα πρέπει να επισκιάζει το σημαντικό κοινωνικό βάρος και τη σημασία της.

Πάνω απ’ όλα, η πλευρά που υποστηρίζει την έξοδο αντανακλά τη μακροχρόνια καχυποψία ολόκληρης της βρετανικής άρχουσας τάξης προς τις οικονομικές και πολιτικές φιλοδοξίες του εγχειρήματος της ΕΕ. Οι υποστηρικτές της εξόδου έχουν λειτουργήσει ως η εσωτερική φωνή του βρετανικού κατεστημένου, υπενθυμίζοντας ακόμα και στους υποστηρικτές της παραμονής ότι κάτι δεν πάει καλά με την Ευρωπαϊκή Ένωση, ακόμη και αν κανείς δεν είναι απόλυτα σίγουρος τι είναι αυτό.

Δεν είναι δύσκολο να βρεθούν αποδείξεις για την επιφυλακτική στάση απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία εκτείνεται σε όλη την βρετανική άρχουσα τάξη, αλλά παίρνει μια σαφή μορφή μόνο με την πλευρά υπέρ της εξόδου. Η Βρετανία αρνήθηκε να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ) και οι πιθανότητες να υιοθετούσε τελικά το ευρώ ήταν σχεδόν μηδενικές.

Η αποφυγή της ΟΝΕ αποδείχθηκε σοφή απόφαση στον απόηχο της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008-9, αλλά δημιούργησε επίσης ένα μακροπρόθεσμο πρόβλημα για τη Βρετανία, δεδομένου ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση στο σύνολό της άρχισε να βασίζεται ολοένα και περισσότερο στους θεσμούς του κοινού νομίσματος. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, το Ευρωσύστημα, ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας και μια σειρά από άλλοι θεσμοί ζωτικής σημασίας για την νομισματική ένωση έχουν γίνει το επίκεντρο χάραξης πολιτικής εντός της ΕΕ.

Πράγματι, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ουσιαστικά αναδιαμορφωθεί από το 2010 για να διασφαλίσει την επιβίωση του ευρώ. Δεν είναι καθόλου σαφές το πώς η Βρετανία θα συνέχιζε να λειτουργεί εντός της ΕΕ, ενώ θα αρνιόταν να συμμετάσχει στην ΟΝΕ.

Οι εμπορικές σχέσεις μεταξύ των δύο είναι σίγουρα σημαντικές, αλλά το εμπόριο από μόνο του ποτέ δεν θα ήταν αρκετό για να διασφαλίσει την ενσωμάτωση της Βρετανίας σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση που αλλάζει. Η πλευρά υπέρ της εξόδου, με το δικό της άναρθρο τρόπο, αντανακλά το βασικό αυτό πρόβλημα που αντιμετωπίζει ολόκληρη η βρετανική άρχουσα τάξη.
 

Το μεγαλύτερο ρήγμα
Η πραγματική σημασία του δημοψηφίσματος, ωστόσο, είναι ότι το ρήγμα στο εσωτερικό της βρετανικής άρχουσας τάξης έχει ενεργήσει ως καταλύτης για την εμφάνιση ενός πολύ βαθύτερου ρήγματος στο εσωτερικό της βρετανικής κοινωνίας. Αυτό είναι ένα σύνηθες φαινόμενο όταν λαμβάνουν χώρα μεγάλα ιστορικά γεγονότα.

Όταν η προοπτική της άρχουσας τάξη είναι συμπαγής, είναι πολύ πιο δύσκολο να έρθουν στην επιφάνεια βαθύτερα ρήγματα στην κοινωνία. Οι κυριαρχούμενες τάξεις έχουν λίγες ευκαιρίες να εκφράσουν τις επιθυμίες και τις απαιτήσεις τους. Αλλά αν η ίδια η άρχουσα τάξη είναι διαιρεμένη, οι βαθύτερες κοινωνικές ρήξεις έχουν τη δυνατότητα να γίνουν αγεφύρωτα χάσματα. Ακριβώς αυτή είναι η κατάσταση στην οποία βρίσκεται σήμερα η Βρετανία.

Εισόδημα και Απασχόληση

Είναι αδιαμφισβήτητο ότι η πλειοψηφία των φτωχών και της εργατικής τάξης στη Βρετανία ψήφισαν υπέρ της εξόδου.
 

Σύμφωνα με τη δημοσκόπηση της Ashcroft, 64% των κατηγοριών C2, D και Ε ψήφισαν υπέρ του Brexit. Πρόκειται ουσιαστικά για τους ειδικευμένους και ανειδίκευτους εργάτες, τους περιστασιακά εργαζόμενους, εκείνους που εξαρτώνται από το κράτος πρόνοιας για το εισόδημά τους και ούτω καθεξής.

Αντίθετα, οι κατηγορίες Α και Β – τα υψηλότερα και ενδιάμεσα διευθυντικά ή διοικητικά στρώματα – ψήφισαν υπέρ της παραμονής. Η κατηγορία C1 – τα κατώτερα διευθυντικά ή διοικητικά στρώματα – χωρίστηκαν περίπου στη μέση.

Αυτές οι κοινωνιολογικές περιγραφές δεν αντιστοιχούν με τις παραδοσιακές ταξικές κατηγορίες στη μαρξιστική ανάλυση. Αφενός, δεν περιλαμβάνουν μια άρχουσα τάξη ή ακόμα και μια σαφώς καθορισμένη καπιταλιστική τάξη. Ωστόσο, εξακολουθούν να τονίζουν την κοινωνική σύνθεση της ψήφου. Οι φτωχοί και η εργατική τάξη ψήφισαν, σε μεγάλο βαθμό, υπέρ της εξόδου.

Από την άλλη πλευρά, η μεσαία τάξη – ειδικά οι υψηλότερες επαγγελματικές και διευθυντικές ομάδες – επέλεξε την παραμονή. Αυτή η θεμελιώδης αλλαγή, η οποία αντανακλά ένα βαθύ ρήγμα στη βρετανική κοινωνία, βρίσκεται πίσω από το ταξικό κενό στη χώρα σήμερα.
Γεωγραφία

Η σημασία αυτού του ρήγματος γίνεται ορατή και από τη γεωγραφική κατανομή των αποτελεσμάτων του δημοψηφίσματος (όπως έχουν δοθεί από το BBC). Η κοινωνική ισορροπία έχει πάντα μια γεωγραφική διάσταση που αντικατοπτρίζει την κατανομή των δεξιοτήτων, την τοπική συσσώρευση του πλούτου και της φτώχειας, καθώς και την ιστορική συσσώρευση των ταξικών αγώνων.

Η Βρετανία στο σύνολό της ψήφισε 51,9% υπέρ της εξόδου και 48,1% υπέρ της παραμονής. Μέσα σε αυτά τα ποσοστά, η Αγγλία ψήφισε 53,4% υπέρ της εξόδου και 46,6% υπέρ της παραμονής – παρόμοια με το 52,5% και το 47,5% της Ουαλίας αντίστοιχα.

Αντίθετα, η Σκωτία ψήφισε 38% υπέρ της εξόδου και 62% υπέρ της παραμονής, ενώ η Βόρεια Ιρλανδία ψήφισε 44,2% και 55,8% αντίστοιχα. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι το συνολικό αποτέλεσμα για τη Βρετανία καθορίστηκε από την Αγγλία, γεγονός το οποίο απαιτεί προσεκτικότερη εξέταση.

Ένας απλός τρόπος για να αντιληφθεί κανείς το γεωγραφικό ρήγμα στην Αγγλία είναι να εξετάσει τις περιοχές με τα «ισχυρότερα» αποτελέσματα, δηλαδή τα τοπικά ποσοστά που υπερβαίνουν το 60% είτε υπέρ της εξόδου είτε υπέρ της παραμονής. Αυτό θα αποτελεί ένδειξη της γεωγραφικής συγκέντρωσης των «ισχυρότερων» θέσεων, παρέχοντας έτσι μια ευκρινέστερη εικόνα για την ταξική σύνθεση της ψήφου.

Ο κατάλογος που ακολουθεί περιλαμβάνει την πλειοψηφία των περιοχών που ψήφισαν πάνω από 60% υπέρ της εξόδου, καθώς και την πλειοψηφία των περιοχών που ψήφισαν πάνω από 60% υπέρ της παραμονής (εξ ου και το 40% ή λιγότερο για την έξοδο).

Περισσότερο από 60% υπέρ της εξόδου:

Barnsley 68.3%, Basildon 68.6%, Barking & Dagenham 62.4%, Dartford 64.2%, Doncaster 69%, East Riding of Yorkshire 60.4%, Epping Forest 62.7%, Fenland 71.4%, Havering 69.7%, Hartlepool 69.6%, King’s Lynn & West Norfolk 66.4%, Kingston upon Hull 67.4%, Mansfield 70.9%, Medway 64.1%, Newcastle under Lyme 63%, North East Lincolnshire 69.6%, North West Leicestershire 60.7%, Oldham 60.9%, Peterborough 60.9%, Redcar & Cleveland 66.2%, Rochdale 60.1%, Sandwell 66.7%, Scarborough 62%, Shepway 62.2%, South Staffordshire 64.8%, Stoke on Trend 69.4%, Sunderland 61.3%, Tameside 61.1%, Telford and Wrekin 63.2%, Tendring 69.5%, Thanet 63.8%, Thurrock 72.3%, Torbay 63.2%, Wakefield 66.4%, Walsall 67.9%, Wigan 63.9%, Wolverhampton 62.6%.

Λιγότερο από 40% υπέρ της εξόδου:

Barnet 37.8%, Cambridge 26.2%, Camden 25.1%, Hackney 21.5%, Hammersmith and Fulham 30%, Hackney 24.4%, Islington 24.8%, Kensington and Chelsea 31.3%, Kingston upon Thames 38.4%, Lambeth 21.4%, Lewisham 30.1%, Oxford 29.7%, Southwark 27.2%, St Albans 37.3%, Tower Hamlets 32.5%, Waltham Forest 40.9%, Wandsworth 25%, Westminster 31%.

Αρκετά συμπεράσματα γίνονται αμέσως εμφανή:


  1. Η ισχυρή ψήφος υπέρ της εξόδου ήταν ευρέως και ομοιόμορφα κατανεμημένη σε ολόκληρη την Αγγλία.
  2. Μεγάλα τμήματα της εργατικής τάξης στο Βορρά ψήφισαν υπέρ της εξόδου.
  3. Περιοχές με έντονη φτώχεια σε ολόκληρη την Αγγλία ψήφισαν υπέρ της εξόδου.
  4. Στις εργατικές περιοχές του Νότου, ιδιαίτερα γύρω από το Λονδίνο, παρατηρήθηκε ισχυρή ψήφος υπέρ της εξόδου. Πρόκειται για τις λεγόμενες “περιοχές λευκής απόδρασης”, δηλαδή περιοχές όπου οι κάτοικοι μετακινήθηκαν λόγω της εγκατάστασης ανθρώπων άλλων εθνοτήτων στις αρχικές τους περιοχές.
  5. Η ισχυρή ψήφος υπέρ της παραμονής ήταν εξαιρετικά συγκεντρωμένη στο Λονδίνο, ιδίως σε εργατικές περιοχές με μεγάλο πληθυσμό μεταναστών δεύτερης και τρίτης γενιάς. Θα πρέπει να σημειωθεί, ωστόσο, ότι πολλές από αυτές τις περιοχές έχουν περάσει από μια διαδικασία αναβάθμισης και περιλαμβάνουν σημαντικό πληθυσμό που ανήκει στη μεσαία τάξη.
  6. Οι πιο εύπορες περιοχές του Λονδίνου ψήφισαν υπέρ της παραμονής. Πολύ λίγες άλλες περιοχές της χώρας ψήφισαν με παρόμοιο τρόπο, συμπεριλαμβανομένων του Κέιμπριτζ, του St. Albans και της Οξφόρδης.
Δεν υπάρχει καμία απολύτως απόδειξη ότι η ψήφος υπέρ της εξόδου συγκεντρώθηκε σε περιοχές της χώρας που έχουν πιθανόν πληγεί δυσανάλογα από τη μορφή που πήρε η καπιταλιστική ανάπτυξη στη Βρετανία κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών.

Αντιθέτως, η ψήφος υπέρ της εξόδου ήταν αρκετά ομοιόμορφα κατανεμημένη σε ολόκληρη τη χώρα, ακόμη και εκεί όπου ήταν «ισχυρότερη», εν αντιθέσει με την ψήφο υπέρ της παραμονής, η οποία ήταν πολύ πιο συγκεντρωμένη με την «ισχυρότερη» παρουσία της πράγματι εξαιρετικά συγκεντρωμένη στο Λονδίνο.

Το Λονδίνο ήταν πάντοτε διαφορετικό από την υπόλοιπη χώρα, όπως γνωρίζει ο καθένας που έχει έστω και την παραμικρή επίγνωση της αγγλικής ιστορίας. Επί του παρόντος, οι ανησυχίες και οι προσδοκίες του αντανακλούν την μεγάλη μεσαία αστική τάξη, οι κοσμοπολίτικες προοπτικές της οποίας κατά κανόνα ευνοούν την παραμονή. Η τάξη αυτή έχει εξαιρετική πρόσβαση στα μέσα ενημέρωσης και οι απόψεις της ξεκάθαρα δεν συμβαδίζουν με την υπόλοιπη χώρα.

Οι ανησυχίες και οι προσδοκίες του Λονδίνου αντανακλούν επίσης τη μεγάλη συγκέντρωση δεύτερης και τρίτης γενιάς εργατών και φτωχών μεταναστών, που είναι εμφανής στην ισχυρή ψήφο υπέρ της παραμονής σε περιοχές όπως το Hackney, το Lambeth και το Lewisham.

Θα πρέπει να τονιστεί, ωστόσο, ότι η κοσμοπολίτικη μεσαία τάξη του Λονδίνου απολαμβάνει μια ισχυρή ιδεολογική και πολιτιστική υπεροχή σε πολλές από αυτές τις περιοχές ως αποτέλεσμα της συνεχούς αναβάθμισής τους. Αυτό ενισχύεται από τη σχετικά ειρηνική συνύπαρξη των διαφόρων κοινοτήτων εντός των περιοχών που περνούν από τέτοιες διαδικασίες αναβάθμισης.

Η εξωτερική περιφέρεια του Λονδίνου, αντιθέτως, ιδιαίτερα οι λεγόμενες περιοχές «λευκής απόδρασης", παρουσιάζουν μια πολύ διαφορετική συμπεριφορά, συχνά έντονα υπέρ της εξόδου.

Εν ολίγοις, είναι προφανές ότι η εργατική τάξη και οι φτωχοί σε ολόκληρη την Αγγλία ψήφισαν υπέρ της εξόδου. Το συμπέρασμα αυτό υποστηρίζεται επιπλέον από κάποια ποιοτικά ευρήματα της δημοσκόπησης της Ashcroft. Ενώ η πλειοψηφία των ψηφοφόρων που εργάζονται με πλήρη ή μερική απασχόληση ψήφισαν υπέρ της παραμονής, οι περισσότεροι από εκείνους που δεν εργάζονται ψήφισαν έξοδο, όπως έκαναν και τα δύο τρίτα των συνταξιούχων του δημοσίου. Ένα παρόμοιο ποσοστό (δύο τρίτα) των ενοικιαστών κατοικιών κοινωνικής στέγασης επίσης ψήφισαν έξοδο.

Οι πιο φτωχοί είχαν, από ότι φαίνεται, λίγες αμφιβολίες. Ήθελαν την έξοδο.

Αυτό συνάδει και προς ένα άλλο εύρημα, στο οποίο τόση σημασία δόθηκε από τα διεθνή μέσα μαζικής ενημέρωσης: οι κάτοχοι πτυχίων πανεπιστημιακού επιπέδου, ιδιαίτερα υψηλότερων βαθμίδων, ψήφισαν υπέρ της παραμονής, ενώ η μεγάλη πλειοψηφία των κατόχων πτυχίων δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ψήφισαν υπέρ της εξόδου. Οι απανταχού πολυλογάδες ανακάλυψαν έντρομοι ότι η εργατική τάξη και οι φτωχοί, σε γενικές γραμμές, δεν πηγαίνουν στο πανεπιστήμιο.

Προφανώς λοιπόν, η ισχυρή πλειοψηφία υπέρ της εξόδου πρέπει να ήταν το αποτέλεσμα της άγνοιας και ενδεχομένως της ανοησίας των φηφοφόρων. . . Σε παλαιότερες εποχές οι συνήθειες προσωπικής υγιεινής και ο ενδυματολογικός κώδικας των ψηφοφόρων της εξόδου θα αποτελούσαν επίσης αντικείμενο κοροϊδίας. Η ταξική προκατάληψη εναντίον των φτωχών, ειδικά όταν οι τελευταίοι τολμούν να εκφράσουν ισχυρές απόψεις, ποτέ δεν ήταν διακριτική.


Γιατί να ψηφίσει κανείς έξοδο;

Ένα δημοψήφισμα είναι από τη φύση του μια δυαδική επιλογή: ναι ή όχι. Είναι αναμφίβολα μια άσκηση στη δημοκρατία, αλλά με ένα πολύ ιδιαίτερο χαρακτήρα που ευνοεί την έκφραση της απογοήτευσης και της απόρριψης. Στην περίπτωση των δημοψηφισμάτων σχετικών με την ΕΕ υπάρχει μια μακρά ιστορία απορριπτικής ψήφου σε διάφορες χώρες, με πιο γνωστή την περίπτωση του ελληνικού δημοψηφίσματος του Ιουλίου 2015.

Φαίνεται ότι οι λαοί της Ευρώπης, όταν τους ρωτούν για την Ευρωπαϊκή Ένωση, εκφράζουν αποξένωση και αποστροφή. Η Ενωμένη Ευρώπη δεν φαίνεται να είναι ένα λαϊκό εγχείρημα.

Δεν αποτελεί άρα έκπληξη το γεγονός ότι οι κατεστημένες εξουσίες στην Ευρωπαϊκή Ένωση αποφεύγουν τα δημοψηφίσματα όπως ο διάβολος το λιβάνι και λαμβάνουν μάλιστα έκτακτα μέτρα για να επαναλάβουν ψηφοφορίες μέχρι να βγει το "σωστό" αποτέλεσμα, ή ακόμα και αγνοούν εντελώς ένα "λάθος" αποτέλεσμα, όπως συνέβη κατάφωρα με το ελληνικό δημοψήφισμα.

Το βρετανικό δημοψήφισμα είναι αναμφισβήτητα ένα παράδειγμα της συσσωρευμένης απογοήτευσης της εργατικής τάξης και των φτωχών στην Αγγλία με αποτέλεσμα την ψήφο διαμαρτυρίας υπέρ της εξόδου. Το ερώτημα είναι, με τι ήταν οι άνθρωποι αυτοί απογοητευμένοι και οργισμένοι και γιατί η απογοήτευσή τους διοχετεύτηκε προς την Ευρωπαϊκή Ένωση;

Μισθολογικές πιέσεις, διαθέσιμο εισόδημα και κοινωνικές παροχές

Μια πρώτη βασική αιτία δεν είναι δύσκολο να βρεθεί: οι Βρετανοί εργάτες και τα βρετανικά νοικοκυριά αντιμετωπίζουν στασιμότητα, ακόμη και πτώση των μισθών και των διαθέσιμων εισοδημάτων από το 2000, όπως δείχνουν τα γραφήματα 1 και 2. Το μεγαλύτερο μέρος του βρετανικού πληθυσμού αντιμετωπίζει όλο και χειρότερους όρους διαβίωσης κατά την τελευταία δεκαπενταετία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου