Κυριακή, 4 Μαΐου 2014

Άλματα πιο γρήγορα από τη φθορά




Του Νίκου Βράντση
 
Τα βασικά προβλήματα της σημερινής κοινωνίας: Φόβος και ατολμία. Τα τραπουλόχαρτα που καρτερικά στήσαμε για να φτιάξουμε τον πύργο που θα στέγαζε τη ζωή μας, με ένα φύσημα κατέρρευσαν.
 Και η ζωή μας έμεινε γυμνή, μόνη. Και τώρα πια φοβάται. Και νικητής βγαίνει αυτός που διαχειρίζεται καλύτερα τον φόβο της γυμνής ζωής. Αυτός που με τα πιο εύκολα τερτίπια και τα πιο ανώφελα ανεμώλια τη διαχειρίζεται, την ασφαλίζει με νέα τραπουλόχαρτα. Και οι γυμνές μας ζωές, τρεμάμενες, άτολμες, ακίνητες, παραλυμένες, αναθέτουν το χτίσιμο μιας νέας ταυτότητας, σε ηγέτες με δυνατές φωνές.
Τί είχαμε; Τι χάσαμε; Τα λαμπερά, ποικιλόχρωμα τραπουλόχαρτα που συνέθεταν τους τοίχους της ζωής μας έγραφαν κάτι λέξεις κατάμαυρες. Η ηδονή που αποκομίζαμε από τις θαυμαστές ματιές των γύρω, ο ανταγωνισμός, ο αστραφτερός κόσμος του τίποτα είχανε όλα μια σφραγίδα. Χρήμα. Ήμασταν μια καταπιεσμένη κοινωνία, που εκτονωνόταν και ηδονιζόταν κατασπαταλώντας άσκοπα το χρήμα στις μυστικοπαθείς, κιτς εκδηλώσεις που υποκαθιστούσαν την καταπιεσμένη σεξουαλικότητά της. Ήμασταν πάντα κρυψίνοες και υποκριτές. Χριστιανοί που πετούσαν τα νεκρολούλουδα για μια καψούρα που δεν έζησαν.  Οικογενειάρχες γεμάτοι απωθημένα με φωνές δυνατές, σαν τους ηγέτες που λέγαμε πιο πάνω, στον ρόλο του πατέρα. Αυτή η ιεραρχία μας έφαγε. Αυτοί οι νοικοκυραίοι μας έφαγαν. Και αυτό το χρήμα. Καταναλώνω άρα υπάρχω. Εγώ υπάρχω. Μόνος μου. Υπάρχω και χωρίς τους άλλους.
Τι είχαμε, τι χάσαμε. Αέρα κοπανιστό. Δεν μου λείπει τίποτα. Και αυτά που μου λείπουν δεν τα είχαμε ποτέ. Είναι απλά οι ουτοπίες μου. Τα βαριά υλικά, τα δύσκολα, που κάποιοι Σίσυφοι κουβαλούν.  Φειδώ, απελευθέρωση, συλλογικότητα, ελευθερία, αλληλεγγύη, καλαισθησία.
Και όμως τελευταία συναντώ κάτι ανθρώπους πολύ περίεργους ρε παιδί μου. Ανθρώπους που έχουν σηκωμένα μανίκια, ανοιχτά μυαλά και σπρώχνουν έτσι σισύφεια, φορτηγά, γεμάτα με εκείνα τα υλικά τα βαριά, τα ανεπεξέργαστα, τα μαζεμένα από τον κοινωνικό κάλαθο των αχρήστων, που και ο ίδιος ο Ήφαιστος να τα σφυρηλατούσε θα ήθελες μέρες να τα λιώσει, ώστε να σχηματίσει την ύλη εκείνη που διακριτικά αλλά επίμονα θα συνένωνε και θα έδινε μια νέα γεύση στην κοινωνία. Μα δεν είναι μόνο αυτά που κουβαλούν, είναι και αυτά που λένε, που τους κάνουν περίεργους: «Εγώ δε θα χτίσω. Εγώ τα υλικά θα σου δώσω. Αν σου αρέσουν χτίζεις με αυτά μόνος σου. Αλλιώς βρες άλλα. Βρες άλλους».
Με συγκινούν. Με άλλες διαφωνώ, με άλλες συμφωνώ, όλες τις θαυμάζω γιατί προσπαθούν να αναστήσουν αυτό που από καιρό έχει χαθεί. Την κοινωνία, ως ολότητα. Τη συλλογικότητα χάσαμε. Την συγκολλητική εκείνη ουσία που συνθέτει το σύνολο από τα μέρη. Σαν το τσιμέντο που κολλά τα πλακάκια για να σχηματίσει ένα πεζοδρόμιο, σαν την κόλλα που κολλά τις ψηφίδες ενός μωσαϊκού, σαν τα διακριτικά μπαχάρια, που ασυναίσθητα δένουν το φαγητό.
Βλέπω την ομάδα pro-tasis που τις προάλλες μας κάλεσε να τα πούμε στην Κοζάνη, όπου προσπαθούν να εμφυσήσουν στους κατοίκους τη λογική μιας κοινωνίας των δικτύων. Μου έδειξαν πως όλες οι επαρχιακές πόλεις, αντιμετωπίζουν παρόμοια προβλήματα. Εξουσιομανία των αξιωματούχων, εσωστρέφεια των κατοίκων, ομερτά των τοπικών μέσων, περιθωριοποίηση του δημιουργικού, έμφαση σε κιτς πολυτέλειες, φαραωνικά κτήρια δίχως μέτρο και ταυτότητα. Οι protasis προσπαθούν, συζητούν, συμπράττουν, και αυτά τα συν, τα κάνουν με μια ιδιαίτερη αισθητική.
Βλέπω τα γρανάζια ζωής, αυτοοργανωμένα και αυτοχρηματοδοτούμενα, από νέους ανθρώπους που σχηματίζουν δομές αλληλεγγύης, αλληλοβοήθειας, για τους ανθρώπους που έχασαν σπίτια και δουλειά, να επιμένουν με ανιδιοτέλεια και προσήλωση σπάνια.
Βλέπω κάτι τρελούς τύπους, να προσπαθούν να φέρουν τους ανθρώπους της γειτονιάς κοντά, εδώ στη Σβώλου στη Θεσσαλονίκη, διοργανώνοντας, ένα τεράστιο δείπνο, γεμάτο τραγούδι και καλή διάθεση, καλώντας νέους και γέρους, ενοίκους του δρόμου, να συνδράμουν στη παρέα, με φαγητό και χαμόγελο.
Βλέπω ομάδες να αντιδρούν με την ταχύτητα που σηκώνεται το πόδι όταν το χτυπά ο γιατρός με το σφυρί στο νεύρο του γονάτου, όταν άκουσαν για την ιδιωτικοποίηση του νερού.
Βλέπω τα υπό κατάληψη στέκια, που χτίζουν δομές ισότητας και ελευθερίας, δείχνοντας στους ανθρώπους πως μπορούμε και αλλιώς.
Βλέπω τα μαγαζάκια χωρίς μεσάζοντες, που ξεπηδούν στις γειτονιές, προσφέροντας προϊόντα οικολογικά. Όσο οικολογικά μπορούν να είναι τα προϊόντα, με αυτή τη γη που τη μολύναμε με έναν ανεξίτηλο τρόπο. Σαν μια μαύρη επίχρωση στον καμβά, που δεν μπορεί να φύγει, που επιμένει, δεν ξεφτίζει όσο και αν τρίβουν κάποιοι.
Βλέπω ένα φεστιβάλ που διοργανώνεται από φοιτητές στο Αριστοτέλειο, ώστε να ξεπεράσει τον ρόλο που θέλουν κάποιοι να δώσουν στο ελληνικό πανεπιστήμιο, και στον φοιτητή. 
Βλέπω έναν υπέροχο άνθρωπο, ποιητή Ηλία, να προσπαθεί σε ένα μικρό χωριό, να δείξει την ομορφιά της ζωής. Να ταχυδακτυλουργεί με τις λέξεις, να χορεύει με τις κινήσεις των χεριών, να φτιάχνει με προσωπικό μόχθο και στέρηση μια βιβλιοθήκη για τα παιδάκια του χωριού, να συνεχίζει να προσπαθεί παρά τα καχύποπτα βλέμματα που του ρίχνουν.
Και αυτοί είναι μονάχα κάποιοι από όλους αυτούς που προσπαθούν να φτιάξουν μια άλλη ζωή, σε αυτό το ελάχιστο μέρος, της μικρής χώρας, της γηραιάς Ηπείρου, της ελάχιστης αυτής κουκκίδας του σύμπαντος, που ονομάζουμε γη.
Παρατηρώ όλους αυτούς που κουβαλάνε καρτερικά τα βαριά υλικά τους, με τους ευγενείς τους στόχους, κόντρα στα βουνά των προκαταλήψεων, της συνήθειας, της παράδοσης, της υποκρισίας, της εξουσίας. Και βλέπω και άλλους τόσους μικρούς, αφανείς καθημερινούς ήρωες που προσπαθούν να αλλάξουν την καθημερινότητά τους, κόντρα σε αυτά τα πηκτά σκοτάδια.
Μα είναι τα πηκτά σκοτάδια που κάνουν τις λάμψεις των άστρων πιο φωτεινές.
Καλή συνέχεια.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου